Η μυστηριώδης χαμένη πόλη της ''Z'' στη Βραζιλία


Η έρημος φυλάει καλά τα μυστικά της, το ίδιο και η ζούγκλα. Στις 29 Μαρτίου του 1925, ο Βρετανός συνταγματάρχης Πέρσι Χάρισον Φόσετ τόλμησε να διεισδύσει στο Μάτο Γκρόσο στην κεντροδυτική Βραζιλία. Τον συνόδευε ο γιος του, Τζακ, μαζί με ένα φίλο του. 
Πέρσι Χάρισον Φόσετ


Τους είδαν για τελευταία φορά καθώς διέσχιζαν το Άλτο Σινγκού, μια περιοχή ανάμεσα στα δάση που βρίσκονται στα νότια του Αμαζόνιου και στη σαβάνα της Βραζιλίας, και όπου σήμερα ζουν 2.000 άνθρωποι από 13 εθνικές ομάδες.
Αμαζόνιος ποταμός


Ο Φόσετ, φίλος του συγγραφέα Άρθουρ Κόναλ Ντόιλ (που από τις δικές του περιπέτειες εμπνεύστηκε για να γράψει το μυθιστόρημα Ο χαμένος κόσμος), αναζητούσε μια πόλη που την είχε ονομάσει «Ζ, ο τόπος όπου βρίσκεται η φωτιά που δε σβήνει ποτέ».
Άρθουρ Κόναλ Ντόιλ

Η τάση του να πιστεύει το υπερφυσικό, όπως το μύθο της Ατλαντίδας, έκανε την επιστημονική κοινότητα επιφυλακτική μαζί του όταν βεβαίωνε ότι είχε δει τεράστια φίδια ανακόντα και σκυλιά με δύο μύτες. Ο Φόσετ είχε βρει ένα κείμενο του 1754 που περιέγραφε την αποστολή κάποιου Φρανσίσκο Ραπόσο στο εσωτερικό της Βραζιλίας, σε αναζήτηση των μυθικών ορυχείων χρυσού και λευκόχρυσου του Μουριμπέκα. Αντί για αυτά, ο Ραπόσο είχε βρει μια πόλη από πέτρα.
Ο Φόσετ είχε πειστεί για την αλήθεια αυτής της διήγησης μελετώντας ένα αγαλματίδιο 25 εκατοστών που του είχε δώσει ο συγγραφέας Χένρι Ράιντερ Χάγκαρτ. Το αγαλματίδιο, που σήμερα έχει χαθεί, υποτίθεται ότι προερχόταν από τη Βραζιλία και αναπαριστούσε έναν ιερέα με κόμμωση αιγυπτιακού στιλ να κρατά έναν πίνακα με επιγραφές. Ο Φόσετ πίστευε σε μια μεταφυσική ιδιότητα, την επονομαζόμενη ψυχοσκοπία, που υποτίθεται ότι επιτρέπει σε ένα άτομο που είναι ευαίσθητο σε αυτήν να γνωρίσει κάτι σχετικό με ένα αντικείμενο απλά αγγίζοντάς το. Με αυτή τη μέθοδο προσπάθησε να «διαπιστώσει» εάν οι μυθικοί άτλαντες είχαν φτάσει στη Βραζιλία. Ο Φόσετ ήταν βαθιά πεπεισμένος και κράτησε τα σχέδιά του τόσο μυστικά ώστε, ακόμα και σήμερα, δε γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποια πορεία ακολούθησε. Από τους χάρτες του μπορεί κανείς να φανταστεί ότι οι τρεις άντρες πήγαν από το Ρίο ντε Τζανέιρο στο Σάο Πάολο, όπου επισκέφθηκαν το Ινστιτούτο Μπουτάνταν, διάσημο για τα αντίδοτά του στα δαγκώματα φιδιών. Από εκεί προχώρησαν στο Πόρτο Εσπεράντζα της Αργεντινής, από όπου ανέβηκαν τους ποταμούς Παρανά και Παραγουάη, για να φτάσουν στην Κουιαμπά, πρωτεύουσα του Μάτο Γκρόσο. Πιστεύεται ότι προορισμός του Φόσετ ήταν η Σέρα ντο Ρονκαδόρ, όπου έλπιζε να βρει την είσοδο της πολυπόθητης πόλης του. «Η τύχη μας είναι στα χέρια των θεών», γράφει στο τελευταίο μήνυμά του. «Ελπίζω να φτάσω στον κύριο στόχο τον Αύγουστο. Βρισκόμαστε στην Κατασκήνωση του Νεκρού Αλόγου, πλάτος 11°43'5'' και μήκος 54°35' ανατολικό... Δε θα λυγίσουμε». Κανείς δεν έμαθε πια τίποτα γι' αυτούς. Σύμφωνα με το γιο του, Μπράιαν, ο Φόσετ έστειλε επίτηδες λανθασμένες συντεταγμένες: «Ήταν πολύ προσεκτικός στον καθορισμό γεωγραφικών θέσεων. Σίγουρα θέλησε να μην ακολουθήσει κανείς την πορεία του».
Η διαδρομή  του Φόσετ

Στα τέλη του 1927 ο Σύνδεσμος Εφημερίδων Βόρειας Αμερικής οργάνωσε μια αποστολή διάσωσης, με επικεφαλής τον Τζορτζ Μ. Ντιότ, που ξεκίνησε από την Κουιαμπά το Μάιο του 1928. Βρήκε τις πρώτες ενδείξεις για το πέρασμα του Φόσετ στη φυλή των Αναούκουα. Ένας από τους γιούς του αρχηγού Αλοΐκιε φορούσε ως στολίδι τη χαρακτηριστική πλακέτα ενός από τους προμηθευτές του Φόσετ. Κι ακόμα, στην καλύβα του είχε ένα αγγλικό μεταλλικό μπαούλο. Ο Αλοΐκιε παραδέχτηκε ότι είχε οδηγήσει τον Φόσετ, ο οποίος κατά τα λεγόμενά του, είχε πέσει θύμα ενέδρας μιας άλλης φυλής. Ο Ντιότ έφυγε με την ομάδα του για την περιοχή των Καλαπάλο. Ήθελε να τον οδηγήσουν στο σημείο όπου υποτίθεται ότι είχε χάσει τη ζωή του ο Φόσετ. Όμως η στάση των Ινδιάνων, που εξαφανίστηκαν χωρίς προειδοποίηση μια νύχτα, έκανε τον Ντιότ να φοβηθεί ότι ίσως να χρειαζόταν και ο ίδιος αποστολή διάσωσης, κι έτσι αποφάσισε να αφήσει χωρίς καθυστέρηση την περιοχή. Θεώρησε ότι ο Φόσετ και οι συνοδοί του πέθαναν στα χέρια των ιθαγενών.

Στο μεταξύ, η οικογένεια του εξερευνητή αρνιόταν να πιστέψει ότι είχε πεθάνει. Μάλιστα η γυναίκα του βεβαίωνε μέχρι το 1934 ότι λάμβανε τηλεπαθητικά μηνύματα από το σύζυγό της. Με τον καιρό, εμφανίστηκαν οι πιο τρελές εκδοχές για την εξαφάνισή του. Μέχρι ότι είχε ζήσει στη χαμένη πόλη όλα αυτά τα χρόνια, περιτριγυρισμένος από ένα χαρέμι, με τους κατοίκους της να τον αντιμετωπίζουν ως ημίθεο. Ή ότι είχε πιαστεί αιχμάλωτος από τους Ινδιάνους ή ότι δούλευε ως πράκτορας των Σοβιετικών στη Βραζιλία. 
Στα μέσα του 20ού αιώνα, οι αδελφοί Κλαούντιο, Ορλάντο και Λεονάρντο Βίλας Μπόας, μεγάλοι υπέρμαχοι των Ινδιάνων της Βραζιλίας, κέρδισαν την εμπιστοσύνη των Καλαπάλο, κοντά στους οποίους έζησαν επί πέντε χρόνια. Οι Ινδιάνοι έφτασαν να τους δείξουν τον «τάφο των Εγγλέζων», το σημείο όπου υποτίθεται ότι είχαν θάψει τον Φόσετ και τους δικούς του.
Λ. Βίλας Μπόας με  Καλαπάλο στο σημείο όπου ετάφη ο Φόσετ
(πηγή φώτο: https://commons.wikimedia.org/wiki/File:1952_Orlando_e_a_ossada_de_Fawcett.jpg)

Όμως, μετά τη μελέτη των οστών που βρέθηκαν εκεί, η Βασιλική Ανθρωπολογική Εταιρεία της Βρετανίας αποφάνθηκε ότι δεν ανήκαν στον εξερευνητή. Ανεξάρτητα από αυτό, οι αδελφοί Βίλας Μπόας ήταν πεπεισμένοι ότι οι Καλαπάκο είχαν σκοτώσει τον Φόσετ για να αρπάξουν ό,τι είχε μαζί του, μια ιστορία που, κατά τα λεγόμενα, είχε εκμυστηρευτεί λίγο πριν πεθάνει ο αρχηγός Ιτζαράρι. Φυσικά, δεν έλειπαν κι εκείνοι που κατηγορούσαν τους Βίλας Μπόας ότι είχαν επινοήσει τα πάντα. Αν και το μυστήριο παραμένει άλυτο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι σοροί των εξερευνητών αναπαύονται σε κάποιο σημείο του Σινγκού, όπως κι εκείνες των πάνω από εκατό ανθρώπων που τόλμησαν να μπουν στην επικίνδυνη ζούγκλα αναζητώντας τους. Κανείς τους δεν έδωσε βάση στον ίδιο τον Φόσετ: «Εάν δεν τα καταφέρω να γυρίσω, τότε και άλλοι, με λιγότερη πείρα, θα χαθούν. Δε θέλω να πεθάνει κανείς για μένα, γι' αυτό κανείς ας μη με αναζητήσει».
Το 1928, την ίδια χρονιά που ξεκινούσε η αποστολή του Ντιότ, ένας νεαρός και πολλά υποσχόμενος θεωρητικός φυσικός, ο Ιταλός Έτορε Μαϊοράνα, δημοσίευε την πρώτη μελέτη του. Οι εργασίες του εμβάθυναν λαμπρά σε έναν τομέα που απασχολούσε από δεκαετίες τους φυσικούς. Αφορούσαν τη μάζα του νετρίνου, ενός υποατομικού σωματιδίου που μπορεί να διαπερνά την ύλη χωρίς να αλληλεπιδρά με αυτήν. Το 1933, ο Μαϊοράνα έφυγε για τη Γερμανία, για να εργαστεί με τον νομπελίστα φυσικό Βέρνερ Χάιζενμπεργκ. Όμως τον Οκτώβριο της ίδια χρονιάς επέστρεψε στη Ρώμη άρρωστος. Κάτι συνέβαινε στο μυαλό του: κλείστηκε στο σπίτι του αρνούμενος να ξυριστεί ή να κόψει τα μαλλιά του επί τέσσερα χρόνια, έχασε το ενδιαφέρον του για τη φυσική και βυθίστηκε στη μελέτη των φιλοσοφικών κειμένων του Σοπενάουερ.
Μια δυσοίωνη αναγγελία Στις 13 Ιανουαρίου του 1938, σε ηλικία 31 ετών, κατέλαβε μια θέση καθηγητή στο Ινστιτούτο Φυσικής του Πανεπιστήμιου της Νάπολης. Όλα φαίνονταν πάλι φυσιολογικά. Όμως, μόλις δύο μήνες αργότερα, έστειλε επιστολές προς την οικογένειά του και προς τον διευθυντή του ινστιτούτου, Αντόνιο Καρέλι, όπου με σημασία τους ανακοίνωνε ότι «συνειδητοποιούσε ότι η απρόσμενη εξαφάνιση θα αποτελούσε πρόβλημα» και ότι «εάν ήταν δυνατόν, ας τον ξεχνούσαν». Σε ένα τηλεγράφημα που έστειλε στις 26 Μαρτίου προς τον Καρέλι, έμοιαζε να το ξανασκέφτεται: «Η θάλασσα με αρνήθηκε. Όμως εγκαταλείπω τη διδασκαλία. Θα είμαι στη διάθεσή σας για να σας δώσω περισσότερες λεπτομέρειες». Λίγο αργότερα, τον είδαν να μπαίνει σε ένα πλοίο από τη Νάπολη για το Παλέρμο... Λίγο αργότερα, χάθηκαν τα ίχνη του. Κατέληξε στην αυτοκτονία; Μερικοί λένε ότι κλείστηκε σε μοναστήρι, άλλοι ότι έφυγε για την Αργεντινή και άλλοι ότι τον απήγαγαν. Το αίνιγμα μπλέχτηκε ακόμη περισσότερο το 1970, όταν η χήρα του Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας, νομπελίστα λογοτέχνη από τη Γουατεμάλα, ανέφερε ότι τη δεκαετία του 1960 γνώρισε στο Μπουένος Άιρες έναν επιστήμονα που τον έλεγαν Έτορε Μαϊοράνα.

πηγές:
http://x-files.pblogs.gr/