Στο φως το αρχαιότερο πλοίο

Ναυάγιο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, τέλη 14ου αι. π.Χ.     Περιοχή :Λυκία, κόλπος της Αττάλειας (10 χιλιομετρα Ανατολικά του Καστελόριζου). Τοποθεσία του ναυαγίου: 50 μέτρα από το πέρας της ανατολικής ακτής του Ιερού ακρωτηρίου.
Το ναυάγιο του ΙΕΡΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟΥ ή όπως ονομάζεται από κάποιους Ουλουμπουρούν είναι ένα από τα αρχαιότερα βυθισμένα πλοία που έχουν βρεθεί και ανασκαφεί. Θεωρείται ως το «αρχαιότερο ναυάγιο του κόσμου» (14ος-13ος αι. π.Χ.) και ανακαλύφθηκε το 1982 κοντά στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας, ανάμεσα στην Κύπρο και στη Ρόδο κοντά στο Κας της Νότιας Τουρκίας.

Το Μυκηναϊκό ναυάγιο του Ιερού Ακρωτηρίου, που χρονολογήθηκε ότι έγινε στα τέλη του 14ου αιώνα π.Χ. ανακαλύφθηκε κοντά στην ανατολική όχθη του Ιερού ακρωτηρίου και περίπου 10 χιλιόμετρα ανατολικά του Καστελόριζου, στη νότιο-δυτική Μικρά Ασία, στις ακτές της Λυκίας. Το ναυάγιο ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1982, από ένα σφουγγαρά.

Έντεκα συνολικά προσπάθειες, διάρκειας τριών έως τεσσάρων μηνών η κάθε μία, πραγματοποιήθηκαν από το 1984 μέχρι το 1994, από τον αμερικανό αρχαιολόγο George F. Bass με τούρκους συνεργάτες. Έγιναν 22.413 καταδύσεις, οι οποίες αποκάλυψαν ένα από τα πιο εντυπωσιακά ελληνικά πλοία της ύστερης εποχής του Χαλκού στην Μεσόγειο θάλασσα.

Ο Peter Kuniholm του Πανεπιστημίου Cornell ανέλαβε το έργο της δενδροχρονολόγησης, προκειμένου να καθορίσει συγκεντρώσει την απόλυτη ημερομηνία του ναυαγίου. Τα αποτελέσματα δείχνουν χρονολογία κατασκευής του πλοίου την 1.317 π.Χ. Τα κεραμικά στοιχεία που βρέθηκαν συνηγορούν στο ότι το πλοίο βυθίστηκε προς το τέλος της περιόδου Αμάρνα (1.300 π.Χ.). 




Με την ολοκλήρωση της επιτόπιας αρχαιολογικής έρευνας το 1994 στο βυθό, οι προσπάθειες των ειδικών εστιάζονται έκτοτε στη συντήρηση, τη μελέτη και την ανάλυση δειγμάτων στο εργαστήριο συντήρησης του Μουσείου Υποβρύχιας Αρχαιολογίας της πόλης του Μπόντρουμ (Αλικαρνασσός) όπου σήμερα φυλάσσονται όλα τα ευρήματα του Ναυαγίου ακόμη και τμήματα του ίδιου του πλοίου. Αντικείμενα από χρυσό, χαλκό, ελεφαντόδοντο, φαγεντιανή, αχάτη, πηλό περιλαμβάνονται ανάμεσά τους…


Το πλοίο προερχόταν από την Κύπρο και είναι πιθανό να κατασκευάστηκε στο νησί. Ήταν επενδυμένο με κέδρο, είχε μήκος 15 μ. και ήταν φτιαγμένο με έναν τρόπο συνήθη για την εποχή. Οι τεχνίτες, δηλαδή, είχαν κατασκευάσει πρώτα το κέλυφος του σκαριού, ενώ συνδέσεις με μόρσα και καβίλιες ένωναν σταθερά τις ενώσεις μεταξύ τους και με την καρίνα. Ο προορισμός του πλοίου δεν ήταν γνωστός, αλλά πιθανόν να έπλεε προς την χώρα των Χετταίων ή της Αιγύπτου.




Η πρώτη εκδοχή λέει ότι το φορτίο ήταν βασιλικό που κάποιος Κύπριος Βασιλιάς το έστελνε στο Φαραώ της Αιγύπτου. Η δεύτερη εκδοχή αναφέρει ότι το φορτίο είχε προορισμό στη γη των Χετταίων. Το σίγουρο είναι ότι η Κύπρος έκανε εμπόριο με τις σπουδαιότερες χώρες εκείνης της εποχής. Επίσης γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι που βρίσκονταν πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου ήταν καλά οπλισμένοι. Η ανεύρεση μεγάλου αριθμού σπαθιών, τόξων και βελών αποδεικνύει ότι ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε είδους επίθεση. Ακόμη, το χρυσό κύπελλο που βρέθηκε στο πλοίο υποδηλώνει πλούσιο καπετάνιο ή είναι δώρο που προοριζόταν για κάποιο βασιλιά. Από τα αγγεία που βρέθηκαν πληροφορούμαστε τα είδη που χρησιμοποιούσαν για τη διαβίωση εν πλω (κατά τη διάρκεια του ταξιδιού).


Το φορτίο του πλοίου αποτελείτο από ακατέργαστες πρώτες ύλες, ενώ το κυρίως φορτίο, βάρους 10 τόνων, από κυπριακό χαλκό σε μορφή τετράγωνων χυτών πλακών –ταλάντων- και μικρότερων δισκοειδών κομματιών. Επίσης στο κατάστρωμα ήταν φορτωμένος ένας τόνος κασσίτερου σε παρόμοια σχήματα. Τη μεγαλύτερη παρτίδα κατεργασμένων αντικειμένων στο πλοίο αποτελούσαν κυπριακά πήλινα σκεύη. Ανάμεσά τους βρέθηκε ο μοναδικός φημισμένος σκαραβαίος που φέρει το όνομα της βασίλισσας Νεφερτίτης.


Στα διάφορα είδη πολυτέλειας που βρέθηκαν στο πλοίο ανήκουν ,το χρυσό μετάλιον, τα χρυσά βραχιόλια, κολιέ, δαχτυλίδια, τα ελεφαντόδοντα και κυρίως το ολόχρυσο κύπελλο και το παλαιότερο βιβλίο επιβεβαιώνουν την παραπάνω άποψη ότι το πλοίο συμμετείχε σε βασιλικό εμπόριο. Το βασιλικό αυτό φορτίο φαίνεται να είχε σταλεί από κάποιο Κύπριο βασιλιά στον Φαραώ της Αιγύπτου. Από το πλοίο και τα αγαθά του μπορούμε να αντλήσουμε διάφορες πληροφορίες σχετικά με το εμπόριο της Μεσογείου εκείνη την εποχή. Κοντά στο ναυάγιο βρέθηκε το γνωστό «Καρχηδονιακό πλοίο».




Από αυτό συμπεραίνεται η ύπαρξη ενός καθιερωμένου εμπορικού δρόμου καθώς το Καρχηδονιακό πλοίο φαίνεται να ακολουθούσε την ίδια διαδρομή με το πλοίο του Ιερού Ακρωτηρίου. Εκτός αυτού, φαίνεται να μετέφερε και διαφορετικά εμπορεύματα.


Οι πρώτες ανακαλύψεις ανέδειξαν ότι το πλοίο βυθίστηκε κατά τον 14ο αιώνα π.Χ στην Ύστερη εποχή του χαλκού. Σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις το πλοίο βυθίστηκε γύρω στον 13ο αιώνα. Τα αγαθά που βρέθηκαν στο πλοίο δείχνουν τις κουλτούρες της Μεσογείου εκείνης την εποχή. Έχουμε 3-4 αντικείμενα από κάθε πολιτισμό, όπλα από τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, αγγεία και εγχειρίδια από τις ακτές της Παλαιστίνης, αγγεία κυπριακής τεχνοτροπίας, καθώς και αιγυπτιακής προέλευσης αγαλματίδιο και είδη μικροτεχνίας. Όλα αυτά τα δεδομένα γεννούν πλήθος ερωτημάτων στους ερευνητές. Το ναυάγιο έχει σημασία πολυδιάστατη για τη χρονολόγηση της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Μερικά από τα ευρήματα αποτέλεσαν «πυξίδες» για τους αρχαιολόγους που προσπαθούν να χρονολογήσουν ανάλογο υλικό από άλλα αντίστοιχα ευρήματα της Εποχής του Χαλκού.

πηγές: